Καρδιαγγειακές παθήσεις, εγκεφαλικά επεισόδια, διαβήτης, παχυσαρκία και ορισμένες μορφές καρκίνου έχουν συνδεθεί με διατροφικά πρότυπα στα οποία τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα (UPF) καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της καθημερινής διατροφής. Και όσο αυξάνονται οι ανησυχίες, τόσο εντείνεται και η μάχη γύρω από το ποιος θα αποφασίσει τι επιτρέπεται να πωλείται, πώς θα διαφημίζεται και τι περιορισμούς θα επιβάλλονται.
Όπως αναφέρει ο Guardian, σύμφωνα με τα στοιχεία, η βιομηχανία τροφίμων και ποτών χρησιμοποιεί πλέον και τη δικαστική οδό για να αντισταθεί σε κυβερνητικές πολιτικές.
Από το 2010, εταιρείες του κλάδου και ομάδες συμφερόντων τους έχουν καταθέσει 235 αγωγές εναντίον κυβερνήσεων, σύμφωνα με έρευνα της Lighthouse Reports, η οποία παρακολουθεί την παγκόσμια τάση σε συνεργασία με ακαδημαϊκούς και μέσα ενημέρωσης.
Σε περισσότερες από τις μισές περιπτώσεις, όπου ο ενάγων μπορούσε να ταυτοποιηθεί, εμπλέκονταν μεγάλες παγκόσμιες εταιρείες.
Μεταξύ των εταιρειών που εμφανίζονται στην πρώτη γραμμή βρίσκονται οι Coca-Cola, PepsiCo και Mondelēz.
Οι υποθέσεις αυτές, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, αντιστοιχούν συνολικά σε περίπου 595 χρόνια δικαστικών διαφορών.
Για τους επικριτές της βιομηχανίας, το στοιχείο αυτό δεν είναι απλώς ένας δείκτης νομικής δραστηριότητας. Αποτελεί ένδειξη μιας στρατηγικής που μπορεί να καθυστερεί την εφαρμογή μέτρων δημόσιας υγείας ακόμη και όταν μια κυβέρνηση έχει ήδη αποφασίσει να δράσει.
ΠΟΥ: «Οι καθυστερήσεις κοστίζουν»
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίζεται ο γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, Tedros Adhanom Ghebreyesus.
Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα, ο επικεφαλής του ΠΟΥ έχει υποστηρίξει ότι οι δικαστικές προσφυγές χρησιμοποιούνται για να αποδυναμώσουν ή να εμποδίσουν μέτρα δημόσιας υγείας που αφορούν την παχυσαρκία και την ανθυγιεινή διατροφή.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, δεν είναι μόνο η τελική έκβαση μιας δικαστικής υπόθεσης.
Μια προσφυγή μπορεί να υποχρεώσει ένα κράτος να διαθέσει χρήματα, ανθρώπινο δυναμικό και χρόνο για να υπερασπιστεί τη νομοθεσία του, ενώ παράλληλα δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο άλλες κυβερνήσεις μπορεί να διστάζουν να προχωρήσουν σε ανάλογες ρυθμίσεις.
Ο Tedros έχει προειδοποιήσει ότι τέτοιες καθυστερήσεις επιβαρύνουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς με δαπάνες υγείας και νομικά έξοδα και δημιουργούν μια «κανονιστική ψύχρα», αποθαρρύνοντας την υιοθέτηση μέτρων προστασίας.
Πάνω από 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι ζουν με παχυσαρκία
Η αντιπαράθεση εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον όπου τα προβλήματα που συνδέονται με το σωματικό βάρος και τη διατροφή έχουν πάρει παγκόσμιες διαστάσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το άρθρο, περισσότεροι από 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι ζουν με παχυσαρκία, ενώ περίπου άλλα 2 δισεκατομμύρια είναι υπέρβαρα.
Σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, οι ΗΠΑ και η Αυστραλία, τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα αποτελούν πλέον σημαντικό τμήμα της καθημερινής διατροφής και, σύμφωνα με το κείμενο, μπορούν να αντιπροσωπεύουν περίπου το μισό της μέσης διατροφικής πρόσληψης.
Αυτό μετατρέπει το ζήτημα από μια προσωπική επιλογή του καταναλωτή σε ένα ευρύτερο θέμα δημόσιας υγείας.
Γιατί τα UPF είναι τόσο φθηνά και τόσο διαδεδομένα
Πίσω από τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα βρίσκεται ένα ολόκληρο αγροδιατροφικό σύστημα.
Η βιομηχανία χρησιμοποιεί σε μεγάλο βαθμό φθηνές καλλιέργειες εμπορευμάτων, όπως καλαμπόκι, σόγια, ζαχαροκάλαμο και ζαχαρότευτλα.
Οι πρώτες ύλες αυτές διασπώνται σε επιμέρους συστατικά, όπως έλαια, πρωτεΐνες, σάκχαρα και άμυλα, τα οποία στη συνέχεια μπορούν να επανασυνδυαστούν σε μια τεράστια γκάμα προϊόντων.
Στη διαδικασία αυτή χρησιμοποιούνται συστατικά που ενισχύουν τη γεύση, το χρώμα και την υφή, ώστε να δημιουργηθεί ένα προϊόν που είναι εύκολο να παραχθεί, να μεταφερθεί, να αποθηκευτεί και να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα των UPF σε σχέση με πολλά φρέσκα τρόφιμα: η μεγάλη διάρκεια ζωής.
Το οικονομικό μοντέλο, επομένως, δεν αφορά μόνο το τι υπάρχει μέσα στη συσκευασία. Αφορά ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής, από την αγροτική πολιτική και τις επιδοτήσεις μέχρι τη βιομηχανική επεξεργασία και το μάρκετινγκ.
Η σχέση με τις αγροτικές επιδοτήσεις
Το δημοσίευμα συνδέει την εξάπλωση των φθηνών πρώτων υλών και με τις πολιτικές επιδοτήσεων, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι κυβερνήσεις έχουν εδώ και δεκαετίες στηρίξει την παραγωγή συγκεκριμένων καλλιεργειών, δημιουργώντας μεγάλες ποσότητες φθηνών αγροτικών προϊόντων.
Στις ΗΠΑ, οι γεωργικές επιδοτήσεις και οι εξαγωγές αγροτικών πλεονασμάτων έχουν αποτελέσει σημαντικό εργαλείο οικονομικής και γεωπολιτικής πολιτικής από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Το άρθρο επισημαίνει επίσης ότι η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ ενίσχυσε το 2025 τη στήριξη προς τους Αμερικανούς αγρότες μέσω του νομοθετικού πακέτου που είναι γνωστό ως One Big Beautiful Bill.
Έτσι, η συζήτηση για τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα αγγίζει τελικά πολύ περισσότερα από τη διατροφή: συνδέεται με την αγροτική πολιτική, τις επιδοτήσεις, τη βιομηχανία τροφίμων και τα οικονομικά συμφέροντα που βρίσκονται πίσω από την παραγωγή.
«Προστιθέμενη αξία» για ποιον;
Μια από τις βασικές θέσεις του άρθρου είναι ότι η βιομηχανική επεξεργασία μετατρέπει φθηνές αγροτικές πρώτες ύλες σε προϊόντα υψηλότερης εμπορικής αξίας.
Τα συστατικά μπορούν να τροποποιηθούν, να συνδυαστούν και να συσκευαστούν με τρόπους που δημιουργούν προϊόντα ιδιαίτερα ελκυστικά για τον καταναλωτή.
Η εμπορική αξία αυξάνεται.
Το ερώτημα είναι αν αυξάνεται ταυτόχρονα και η διατροφική αξία.
Το άρθρο υποστηρίζει ότι συχνά συμβαίνει το αντίθετο, επισημαίνοντας πως κατά τη βιομηχανική επεξεργασία οι πρώτες ύλες μπορεί να απογυμνώνονται από φυτικές ίνες και ορισμένα μικροθρεπτικά συστατικά και στη συνέχεια να εμπλουτίζονται με πρόσθετα που αποκαθιστούν κυρίως γεύση, χρώμα και υφή.
Πρόκειται για μια κριτική οπτική απέναντι στο μοντέλο των UPF, η οποία βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης για τη διατροφή.
Τα φάρμακα GLP-1 αλλάζουν το παιχνίδι
Μια νέα παράμετρος στη συζήτηση είναι η ταχεία εξάπλωση των φαρμάκων απώλειας βάρους που βασίζονται σε GLP-1.
Καθώς οι άνθρωποι που λαμβάνουν τέτοια φάρμακα συχνά αναφέρουν μειωμένη όρεξη, μεταβάλλεται και η καταναλωτική τους συμπεριφορά.
Το αποτέλεσμα έχει αρχίσει να γίνεται αντιληπτό και από το λιανεμπόριο τροφίμων.
Σύμφωνα με το άρθρο, οι επιχειρήσεις ανταποκρίνονται αναπτύσσοντας προϊόντα που χαρακτηρίζονται ως «πλούσια σε θρεπτικά συστατικά» αλλά χαμηλότερα σε θερμίδες, επιχειρώντας να προσαρμοστούν στις νέες διατροφικές συνήθειες μιας μερίδας καταναλωτών.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή δείχνει ότι η βιομηχανία είναι σε θέση να προσαρμόσει γρήγορα τα προϊόντα της όταν αλλάζει η ζήτηση.
Η μάχη πλέον μεταφέρεται στα δικαστήρια
Όσο περισσότερες κυβερνήσεις εξετάζουν φόρους, περιορισμούς στη διαφήμιση, προειδοποιητικές ετικέτες ή περιορισμούς στις προωθητικές ενέργειες, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα δικαστικών συγκρούσεων.
Το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι δεν είναι τυχαίο πως αρκετές από τις αγωγές ή απειλές προσφυγής προέρχονται από χώρες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας περιορισμού των ανθυγιεινών τροφίμων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Βραζιλία, όπου έχει ενισχυθεί η έρευνα για τις επιπτώσεις των UPF, αλλά και το Μεξικό, το οποίο έχει προχωρήσει σε φορολογικά μέτρα για τα ζαχαρούχα ποτά.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αντιπαράθεση δεν αφορά πλέον μόνο το τι πρέπει να τρώει ο καταναλωτής. Αφορά το αν και πώς μπορεί ένα κράτος να παρέμβει στη διατροφική αγορά.
Η υπόθεση της Kellogg’s στη Βρετανία
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η δικαστική διαμάχη της Kellogg’s με τη βρετανική κυβέρνηση.
Το 2021 η εταιρεία προσέφυγε κατά των σχεδίων του υπουργείου Υγείας για περιορισμό των προωθητικών ενεργειών σε τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λίπος, αλάτι ή ζάχαρη (HFSS).
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονταν και αρκετά προϊόντα δημητριακών πρωινού.
Η βρετανική εταιρεία μάρκετινγκ της Kellogg’s υποστήριξε ενώπιον του δικαστηρίου ότι ο υπουργός Υγείας υπερέβαινε τις αρμοδιότητές του και ότι οι περιορισμοί έθιγαν δικαιώματα της εταιρείας βάσει της νομοθεσίας περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ άλλων σε σχέση με την εμπορική έκφραση και την οικονομική αξία της εταιρικής «καλής θέλησης».
Οι δικηγόροι της εταιρείας επικαλέστηκαν, μεταξύ άλλων, νομολογία που αφορούσε τη British American Tobacco.
Η Kellogg’s υποστήριξε επίσης ότι η αξιολόγηση της διατροφικής σύστασης των δημητριακών δεν θα έπρεπε να γίνεται απομονωμένα, αλλά να λαμβάνει υπόψη και το γάλα που καταναλώνεται μαζί τους.
Το επιχείρημα δεν έγινε δεκτό.
Η εταιρεία έχασε την υπόθεση, με τον δικαστή κ. Linden να επισημαίνει ότι η προσθήκη γάλακτος στα δημητριακά δεν αλλάζει το γεγονός ότι ένα προϊόν μπορεί να έχει υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη.
Η δικαστική ήττα, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η προσφυγή δεν είχε κόστος για το κράτος. Η κυβέρνηση χρειάστηκε να αφιερώσει σημαντικό χρόνο και πόρους για να υπερασπιστεί τη συγκεκριμένη πολιτική.
Μια μάχη για πολύ περισσότερα από το φαγητό
Η αντιπαράθεση γύρω από τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια της διατροφικής επιστήμης.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται κυβερνήσεις και οργανισμοί δημόσιας υγείας που υποστηρίζουν ότι απαιτούνται ισχυρότερα μέτρα για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και των ασθενειών που συνδέονται με τη διατροφή.
Από την άλλη βρίσκεται μια τεράστια βιομηχανία με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, η οποία υποστηρίζει ότι η ευθύνη για τη διατροφή ανήκει τελικά στον καταναλωτή και αντιδρά σε μέτρα που περιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να προωθεί και να διαθέτει τα προϊόντα της.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν ένα συγκεκριμένο τρόφιμο είναι «καλό» ή «κακό».
Είναι το κατά πόσο μια κοινωνία μπορεί να δημιουργήσει ένα διατροφικό περιβάλλον στο οποίο η πιο εύκολη, φθηνή και διαρκώς διαθέσιμη επιλογή δεν θα είναι ταυτόχρονα και εκείνη που συνδέεται με τους μεγαλύτερους κινδύνους για τη δημόσια υγεία.
Και όσο η συζήτηση για τα UPF γίνεται εντονότερη, η μάχη φαίνεται πως θα δίνεται όλο και περισσότερο όχι μόνο στα ράφια των σούπερ μάρκετ, αλλά και στα κοινοβούλια και στις δικαστικές αίθουσες.
- ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ 2′
- ΠΟΥ: «Οι καθυστερήσεις κοστίζουν»
- Πάνω από 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι ζουν με παχυσαρκία
- Γιατί τα UPF είναι τόσο φθηνά και τόσο διαδεδομένα
- Η σχέση με τις αγροτικές επιδοτήσεις
- «Προστιθέμενη αξία» για ποιον;
- Τα φάρμακα GLP-1 αλλάζουν το παιχνίδι
- Η μάχη πλέον μεταφέρεται στα δικαστήρια
- Η υπόθεση της Kellogg’s στη Βρετανία
- Μια μάχη για πολύ περισσότερα από το φαγητό


