Με την εφαρμογή ενός εξειδικευμένου εργαλείου αξιολόγησης κινδύνου (risk assessment tool), η Ελλάδα επιχειρεί να σπάσει την αλυσίδα της έμφυλης βίας, εστιάζοντας στην έγκαιρη αναγνώριση των «κόκκινων σημαδιών» (red flags) πριν αυτά οδηγήσουν σε θανατηφόρα καταλήξεις.
Η χώρα μας, σύμφωνα με την επίσημη έκθεση της 81ης Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών (A/81/334), βρίσκεται παράλληλα σε τροχιά πλήρους ενσωμάτωσης της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2024/1385, θωρακίζοντας το νομικό της πλαίσιο απέναντι σε σύγχρονες μορφές εγκλήματος, όπως η διαδικτυακή καταδίωξη (cyberstalking) και η ψηφιακή παρενόχληση (cyberharassment).
Η ελληνική προσπάθεια αποτυπώνει μια ευρύτερη ευρωπαϊκή στροφή προς την πρόληψη, σε μια ήπειρο που, αν και καταγράφει τον χαμηλότερο δείκτη γυναικοκτονιών παγκοσμίως (0,5 θύματα ανά 100.000 γυναίκες), βλέπει τη σταδιακή μείωση του φαινομένου κατά 35% την τελευταία δεκαετία να απειλείται από νέες, ψηφιακές μορφές βίας.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι νομοθετικές μηχανές κινούνται με ταχύτητα για να μετατρέψουν τη νομική θεωρία σε πράξη.
Η Ιταλία πρωτοστατεί εισάγοντας τη γυναικοκτονία ως αυτόνομο ποινικό αδίκημα που επισύρει την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επεκτείνοντας ταυτόχρονα τις κοινωνικές και οικονομικές εγγυήσεις για τα ορφανά παιδιά των θυμάτων.
Στον ευρωπαϊκό Βορρά, η Νορβηγία και η Τσεχία αναμόρφωσαν το δίκαιο περί σεξουαλικών αδικημάτων, ορίζοντας πλέον τον βιασμό αποκλειστικά με βάση την απουσία συναίνεσης, ενώ το Βέλγιο και η Μολδαβία (με ισχύ από τον Φεβρουάριο του 2026) εντάσσουν ρητά τη γυναικοκτονία στους Ποινικούς τους Κώδικες.
Την ίδια στιγμή, το Ηνωμένο Βασίλειο κηρύσσει τον πόλεμο στην ψηφιακή κακοποίηση, ποινικοποιώντας τη μη συναινετική χρήση προσωπικών εικόνων και απαγορεύοντας τα εργαλεία ψηφιακής απογύμνωσης («nudification» tools), καθώς τα στοιχεία δείχνουν ότι η τεχνολογία χρησιμοποιήθηκε για παρακολούθηση σε περισσότερες από τις μισές υποθέσεις ενδοοικογενειακών ανθρωποκτονιών που εξετάστηκαν στη χώρα.
Στο πεδίο των δεδομένων, η Γερμανία καθιερώνει ετήσια ομοσπονδιακή έκθεση για τα έμφυλα αδικήματα, ενώ η Γαλλία εξοπλίζει εισαγγελείς και αστυνομικούς με κοινά εργαλεία άμεσης αξιολόγησης του κινδύνου.
Η εικόνα, ωστόσο, σκοτεινιάζει δραματικά στον υπόλοιπο κόσμο, όπου η γυναικοκτονία παραμένει μια ανεξέλεγκτη παγκόσμια κρίση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ, σχεδόν 50.000 γυναίκες και κορίτσια δολοφονήθηκαν παγκοσμίως από συντρόφους ή μέλη της οικογένειάς τους μέσα σε μία μόνο χρονιά – ένας εφιαλτικός απολογισμός που μεταφράζεται σε 137 δολοφονίες την ημέρα.
Η Αφρική κρατά τα θλιβερά πρωτεία με τον υψηλότερο δείκτη βίας (3,0 θύματα ανά 100.000 γυναίκες), ακολουθούμενη από την Ασία και την Αμερική. Στη Λατινική Αμερική, χώρες όπως η Βραζιλία και η Δομινικανή Δημοκρατία έχουν θεσπίσει αυτόνομους νόμους κατά της φεμινιστοκτονίας, όμως το φαινόμενο εντείνεται λόγω της δράσης του οργανικού εγκλήματος και των συμμοριών, που χρησιμοποιούν τη βία κατά των γυναικών ως εργαλείο εδαφικού ελέγχου.
Στο δικό του μέτωπο, ο Καναδάς εισήγαγε μια ρηξικέλευθη νομική διάταξη: αντιστρέφει το βάρος της απόδειξης στις διαδικασίες εγγύησης, υποχρεώνοντας τον κατηγορούμενο για στραγγαλισμό να αποδείξει ο ίδιος γιατί δεν πρέπει να προφυλακιστεί, αναγνωρίζοντας τον μη θανατηφόρο στραγγαλισμό ως τον απόλυτο προάγγελο γυναικοκτονίας.
Μακριά από τις επίσημες δικαστικές αίθουσες, η Νότια Αφρική κήρυξε τη γυναικοκτονία «εθνική καταστροφή», ενώ στο Αφγανιστάν ο ΟΗΕ δίνει μάχη για να προσφέρει βασικές υπηρεσίες υγείας και ψυχοκοινωνικής στήριξης σε δεκάδες χιλιάδες περιθωριοποιημένες γυναίκες υπό το καθεστώς των Ταλιμπάν.
Η έκθεση του Γενικού Γραμματέα καταλήγει σε ένα σαφές συμπέρασμα: η γυναικοκτονία δεν είναι ένα ξαφνικό, τυχαίο γεγονός, αλλά ένα προβλέψιμο και άρα προλαμβανόμενο έγκλημα. Το μεγάλο στοίχημα για τη διεθνή κοινότητα είναι να γεφυρωθούν τα τεράστια κενά στα επίσημα δεδομένα, καθώς οι δολοφονίες γυναικών εκτός της ιδιωτικής σφαίρας –που συνδέονται με το trafficking, τη σεξουαλική εκμετάλλευση και τις υποκινούμενες αυτοκτονίες λόγω κακοποίησης– παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αόρατες.
Πηγή: tanea.gr