Η υπόθεση αφορά κάτοικο Αυστραλίας, η οποία είχε εισοδήματα στην Ελλάδα από ενοίκια και τόκους. Ο φορολογικός έλεγχος διαπίστωσε ότι το 2014 πραγματοποιήθηκαν αγορές χρεογράφων και επενδυτικών προϊόντων συνολικής αξίας περίπου 2,87 εκατ. ευρώ. Από το ποσό αυτό, στη φορολογούμενη αναλογούσε το 50%, δηλαδή 1.435.213 ευρώ.
Τα τεκμήρια και η προέλευση των χρημάτων
Η φορολογική διοίκηση ζήτησε, ουσιαστικά, να αποδειχθεί η προέλευση των χρημάτων με τα οποία χρηματοδοτήθηκε η επένδυση. Η φορολογούμενη από την πλευρά της υποστήριξε ότι δεν επρόκειτο για νέο ή αδήλωτο εισόδημα. Όπως ισχυρίστηκε, τα χρήματα βρίσκονταν ήδη στον επενδυτικό λογαριασμό της από προηγούμενα χρόνια και προέρχονταν από κεφάλαια που είχαν εισαχθεί νόμιμα στην Ελλάδα το 2004 και το 2005.
Το επιχείρημα αυτό, ωστόσο, δεν έπεισε τη ΔΕΔ. Καθοριστικό για την απόφασή της ήταν ότι δεν προσκομίστηκαν φορολογικές δηλώσεις προηγούμενων ετών από τις οποίες να προκύπτει ότι τα συγκεκριμένα ποσά συναλλάγματος είχαν δηλωθεί, ενώ η φορολογούμενη δεν επικαλέστηκε ούτε ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών για να καλύψει τη συγκεκριμένη δαπάνη.
Γιατί απορρίφθηκε η ένσταση περί παραγραφής
Η διαμάχη δεν περιορίστηκε, όμως, στην προέλευση των χρημάτων. Η φορολογούμενη προέβαλε και τον ισχυρισμό ότι η υπόθεση, η οποία αφορούσε το φορολογικό έτος 2014, είχε πλέον παραγραφεί και επομένως η φορολογική διοίκηση δεν μπορούσε να προχωρήσει σε καταλογισμό.
Και αυτό το επιχείρημα απορρίφθηκε από τη ΔΕΔ. Σύμφωνα με την κρίση της, λόγω του ύψους του φόρου μπορούσε να εφαρμοστεί η δεκαετής προθεσμία παραγραφής που προβλέπεται για τις συγκεκριμένες περιπτώσεις φοροδιαφυγής. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι η φορολογική διοίκηση είχε τη δυνατότητα να προχωρήσει στον καταλογισμό έως το τέλος του 2025.
Η απόφαση οδήγησε τελικά σε μια ιδιαίτερα υψηλή φορολογική επιβάρυνση. Η ΔΕΔ επικύρωσε κύριο φόρο ύψους 582.160 ευρώ, πρόσθετο φόρο λόγω ανακρίβειας 291.080 ευρώ και ειδική εισφορά αλληλεγγύης 56.745 ευρώ. Ο συνολικός λογαριασμός για τη φορολογούμενη διαμορφώθηκε έτσι στα 929.985,86 ευρώ.