Αν και τα υγιή άτομα διατρέχουν χαμηλό κίνδυνο, ο μύκητας αποτελεί εξαιρετικά μεγάλη απειλή για νοσηλευόμενους ασθενείς, φιλοξενούμενους σε οίκους ευγηρίας και άτομα που φέρουν επεμβατικές ιατρικές συσκευές, όπως καθετήρες ή αναπνευστικούς σωλήνες.
Αυξημένη ανθεκτικότητα και υψηλή θνητότητα
Αυτό που καθιστά τον Candida auris ιδιαίτερα επικίνδυνο είναι η ικανότητά του να επιβιώνει για μεγάλες περιόδους στις επιφάνειες των νοσοκομείων, καθώς και η υψηλή του ανθεκτικότητα στα συνήθη μυκητοκτόνα φάρμακα.
Ορισμένα στελέχη έχουν αναπτύξει αντοχή και στις τρεις κύριες κατηγορίες αντιμυκητιασικών φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων των εχινοκανδινών, που αποτελούν τη βασική θεραπεία τελευταίας γραμμής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του CDC, περισσότεροι από 1 στους 3 ασθενείς που προσβάλλονται από εισβολέα λοίμωξη Candida auris καταλήγουν, αν και πολλοί από αυτούς επιβαρύνονται ήδη από σοβαρά υποκείμενα νοσήματα.
Η παραδοσιακή θεραπευτική αγωγή συχνά αποτυγχάνει, αναγκάζοντας τους γιατρούς να συνδυάζουν φάρμακα ή να καταφεύγουν σε πειραματικές θεραπείες.
Οι υγειονομικές αρχές των 23 πολιτειών συντονίζονται με τα νοσοκομεία για την εφαρμογή αυστηρών πρωτοκόλλων, που περιλαμβάνουν εντατική απολύμανση επιφανειών, απομόνωση των ασθενών και τακτικούς ελέγχους, προκειμένου να ανακοπεί η περαιτέρω διασπορά.
Candida auris: Ένας επεμβατικός μύκητας που προκαλεί σοβαρές λοιμώξεις
Πρόκειται για τον Candida auris, έναν επεμβατικό μύκητα που προκαλεί σοβαρές λοιμώξεις, κυρίως σε άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, και συνδέεται με ποσοστά θνησιμότητας που ξεπερνούν το 50%, ακόμη και όταν χορηγείται αντιμυκητιασική θεραπεία.
Οι μυκητιασικές λοιμώξεις συνολικά επηρεάζουν σχεδόν 6,5 εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο παγκοσμίως, ωστόσο ο Candida auris ξεχωρίζει λόγω της ταχύτητας εξάπλωσης και της ικανότητάς του να αντιστέκεται σε πολλαπλές κατηγορίες φαρμάκων. Ο μύκητας εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 2009 στην Ιαπωνία, στο αυτί ενός ασθενούς, και μέσα σε λίγα χρόνια εξαπλώθηκε σε δεκάδες χώρες. Το 2014 χαρακτηρίστηκε μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας στην Ινδία, ενώ σήμερα έχει καταγραφεί σε τουλάχιστον 61 χώρες, σε έξι ηπείρους.
Η πρόσφατη επιστημονική ανασκόπηση, που δημοσιεύθηκε σε διεθνές περιοδικό μικροβιολογίας και λοιμωξιολογίας, βασίστηκε στη συγκέντρωση δεδομένων από δεκάδες επιδημιολογικές και εργαστηριακές μελέτες των τελευταίων 15 ετών. Οι ερευνητές ανέλυσαν τόσο την παγκόσμια γεωγραφική εξάπλωση του Candida auris όσο και τους μοριακούς μηχανισμούς που εξηγούν τη ραγδαία προσαρμογή και την ανθεκτικότητά του.
Ένα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα είναι ότι ο μύκητας φαίνεται να έχει εμφανιστεί σχεδόν ταυτόχρονα σε διαφορετικές ηπείρους, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν πρόκειται για μία μοναδική εστία διασποράς, αλλά για πολλαπλές ανεξάρτητες εξελικτικές εμφανίσεις. Αυτό ενισχύει την υπόθεση ότι περιβαλλοντικοί παράγοντες – όπως η άνοδος της θερμοκρασίας λόγω της κλιματικής αλλαγής- διευκολύνουν την προσαρμογή του μύκητα στο ανθρώπινο σώμα.
Η μελέτη επισημαίνει επίσης ότι ο Candida auris εμφανίζει υψηλή ανθεκτικότητα σε τουλάχιστον μία βασική κατηγορία αντιμυκητιασικών φαρμάκων, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις είναι ανθεκτικός σε δύο ή και τρεις θεραπευτικές επιλογές. Αυτό τον καθιστά έναν από τους πρώτους μύκητες που πλησιάζουν τον χαρακτηρισμό «πολυανθεκτικός», όρος που μέχρι πρότινος χρησιμοποιούνταν κυρίως για βακτήρια.