Ένα από τα κυριότερα ερωτήματα που προέκυψαν σχετίζεται με την αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα σε σοβαρές ασθένειες που συνδέονται με το γήρας, ο μεταβολισμός, τα γονίδια, η ψυχολογία και το εντερικό μικροβίωμα που είναι άμεσα συνυφασμένο με την κατανάλωση τροφών και τις διατροφικές συνήθειες του ατόμου.
Ο βιοχημικός, πανεπιστημιακός καθηγητής, Χαμίντ Ζαντ, έδωσε τις απαντήσεις που προέκυψαν μέσα από την έρευνα μέσα από ένα άρθρο με θέμα τη μακροζωία.
Από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην 117χρονη Μαρία, προέκυψε ότι η μακροζωία δεν συνδέεται με ένα συγκεκριμένο γονίδιο. Αντίθετα παρατηρήθηκαν οι φυσιολογικές φθορές λόγω του γήρατος, ωστόσο σημειώθηκε ανθεκτικότητα απέναντι σε ορισμένες ασθένειες της τρίτης ηλικίας και θανατηφόρες λοιμώξεις, αποτέλεσμα της συνολικής λειτουργίας του οργανισμού.
Ένας υπερήλικας οργανισμός με εξαιρετικές αντοχές στον χρόνο
Οι επιστήμονες εξέτασαν λεπτομερώς τον οργανισμό της 117χρονης, εστιάζοντας στα αίτια που συνδέονται με τη μακροζωία, εντοπίζοντας σπάνιες γενετικές παραλλαγές που συνδέονται με τη λειτουργία του ανοσοποιητικού, τον μεταβολισμό και τα λιπίδια, χωρίς ωστόσο να εξηγείτε πώς ξεπέρασε κατά πολύ το αναμενόμενο όριο ηλικίας.
Η μακροζωία, επομένως, ενδέχεται να προκύπτει από έναν αθροιστικό αποτέλεσμα πολλών μικρών γενετικών και βιολογικών πλεονεκτημάτων.
Η δράση των τελομερών στον οργανισμό
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της έρευνας αποτελούν τα τελομερή, δηλαδή οι δομές που βρίσκονται στις άκρες των κυττάρων ως προστασία. Τα τελομερή, με την πάροδο του χρόνου τείνουν να μικραίνουν αισθητά, κάνοντας τα κύτταρα πιο ευάλωτα απέναντι σε ασθένειες. Στην περίπτωση της Μαρίας, παρατηρήθηκε σημαντική συρρίκνωση, επιβεβαιώνοντας την ηλικία της.
Αντίστοιχη εικόνα παρατηρήθηκε και στο ανοσοποιητικό της σύστημα. Παρατηρήθηκαν συγκεκριμένοι τύποι Τ- λεμφοκυττάρων που συνδέονται με το γήρας, με ορισμένα από αυτά, που είναι «εκπαιδευμένα» να αναγνωρίζουν παθογόνα, να είναι εμφανώς λιγότερα.
Οι ενδείξεις ενός γερασμένου οργανισμού ήταν φανερές, αλλά καμία ένδειξη για χρόνιες και επιβλαβείς ασθένειες ή λοιμώξεις, δεν πρόδιδε την ηλικία της 117χρονης.
Η λειτουργία της «αυτοφαγίας» που προκαλεί ενδιαφέρον
Η «αυτοφαγία» είναι μία φυσική λειτουργία του οργανισμού κατά την οποία απομακρύνονται τα κατεστραμμένα και επιβλαβή κύτταρα, εμποδίζοντας τη συσσώρευσή τους που οδηγεί σε ασθένειες.
Στην Μαρία, παρατηρήθηκε μία σαφώς καλύτερη λειτουργία της αυτοφαγίας, ιδιαίτερα σε σύγκριση με άλλους ηλικιωμένους, γεγονός που επιβεβαιώνει εν μέρη την ανθεκτικότητα των κυττάρων και της προχωρημένης ηλικίας.
Το μεταβολικό προφίλ της ηλικιωμένης
Οι αναλύσεις των ερευνών έδειξαν ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα VLDL χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων, κορεσμένων λιπαρών οξέων και χοληστερόλης, με τα επίπεδα της «καλής», HDL, χοληστερόλης να είναι ιδιαίτερα αυξημένα.
Παράλληλα, οι δείκτες της φλεγμονής παρουσίαζαν ευνοϊκή εικόνα.
Ενδιαφέρον παρουσίασε και η κατάσταση των μιτοχονωρίων, δηλαδή των κυττάρων που ευθύνονται για την ενέργεια, τα οποία παρουσίαζαν ιδιαίτερα θετική εικόνα για την ηλικία.
Η τροφή «κλειδί» και το μικροβίωμα του οργανισμού
Η ισορροπημένη διατροφή αποτελεί το «μυστικό» της μακροζωίας, με τις αναλύσεις να εστιάζουν στο εντερικό μικροβίωμα της 117χρονης.
Η έρευνα έδειξε αυξημένη παρουσία βακτηρίων της οικογένειας Bifidobacteriaceae, με σημαντική παρουσία των Bifidobacterium. Πρόκειται για μία «οικογένεια» μικροοργανισμών που έχουν συνδεθεί με την υγιή γήρανση.
Το συγκεκριμένο εύρημα ωστόσο, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν συνδεθεί με τις διατροφικές συνήθειες του ατόμου, καθώς η Μαρία, φαίνεται πως κατανάλωνε τουλάχιστον τρία γεύματα την ημέρα που συμπεριελάμβαναν το γιαούρτι, ακολουθώντας παράλληλα μία ισορροπημένη, μεσογειακή διατροφή.
Το γιαούρτι ως τρόφιμο περιέχει στοιχεία που εξετάζονται στο συνολικό διατροφικό και μικροβιακό προφίλ.
Οι έρευνες ωστόσο, δεν απέδειξαν ότι το γιαούρτι αποτελεί το μυστικό της μακροζωίας, καθώς πρόκειται για ένα αποτέλεσμα μίας σύνθετης αλληλεπίδρασης που σχετίζεται με την διατροφή, τα γονίδια, τον μεταβολισμό, το μικροβίωμα και τον τρόπο ζωής.