Η αποπληρωμή του Χρέους αποτελεί χρηματοοικονομική, δηλαδή ταμειακή συναλλαγή και όχι δημοσιονομική, καθώς απομειώνει μελλοντικές υποχρεώσεις της χώρας.
Τι προβλέπει η Eurostat
Σύμφωνα με τους κανόνες της Eurostat, η χρηματοοικονομική συναλλαγή είναι συναλλαγή που δεν προσμετράται ούτε στο πρωτογενές πλεόνασμα, ούτε στο συνολικό έλλειμμα, ούτε στους στόχους δαπανών.
Αντίθετα, οι δημόσιες δαπάνες, αποτελούν δημοσιονομικές συναλλαγές, οι οποίες και μειώνουν το πλεόνασμα ή αυξάνουν το συνολικό έλλειμμα, προσμετρώνται στον στόχο δαπανών και αυξάνουν επίσης το δημόσιο χρέος της χώρας.
Η μέση σταθμική διάρκεια του προαναφερόμενου προεξοφλούμενου δημόσιου χρέους ανέρχεται σε 7,1 έτη, ενώ το μέσο σταθμικό κόστος εξυπηρέτησής του ανέρχεται σε περίπου 2,9%.
Με δεδομένα τα παραπάνω στοιχεία, το ετήσιο όφελος που προκύπτει για το Ελληνικό Δημόσιο λόγω της μείωσης των δαπανών τόκων ανέρχεται σε περίπου 370 εκατ. ευρώ ενώ ταυτόχρονα αξιοποιούνται τα πλεονάζοντα ταμειακά διαθέσιμα των οποίων οι αποδόσεις υπολείπονται κατά πολύ του μέσου κόστους εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους.
Με τις ίδιες παραδοχές, το συνολικό όφελος κατά τη διάρκεια των επτά ετών ανέρχεται σε τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ.
Υψηλότερα δημοσιονομικά περιθώρια
Η μείωση του χρέους εκτός από λιγότερα βάρη για τις επόμενες γενιές, σημαίνει και υψηλότερα δημοσιονομικά περιθώρια σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων πολιτών.
Επιπλέον, με τις εν λόγω κινήσεις διαχείρισης χαρτοφυλακίου μειώνεται σημαντικά ο κίνδυνος αναχρηματοδότησης, διατηρείται η υψηλή μέση σταθμική διάρκεια του δημοσίου χρέους, αξιοποιούνται τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ μειώνεται το δημόσιο χρέος τόσο ως απόλυτο μέγεθος όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Όπως εξηγεί το ΥΠΕΘΟ, αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η φιλοδοξία της χώρας, από το τέλος του 2026, να μην είναι πια η πλέον υπερχρεωμένη χώρα της Ευρώπης, προς τα τέλη της τρέχουσας δεκαετίας να είναι η τέταρτη χώρα με το μεγαλύτερο χρέος και όχι η πρώτη και, τέλος, προς τα μέσα της δεκαετίας του 2030, το ύψος του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ να σπάσει το φράγμα του 100%, που θεωρείται και το πρώτο σημείο ισορροπίας για τη βιωσιμότητά του.
Σύμφωνα με όλους τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η εν λόγω πολιτική διαχείρισης χρέους έχει φέρει απτά αποτελέσματα ως προς τη βελτίωση του αξιόχρεου της ελληνικής οικονομίας, ενώ η συνέχισή της αποτελεί βασικό κριτήριο για περαιτέρω αναβαθμίσεις.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, το κόστος δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου είναι πλέον σταθερά και επί μακρόν χαμηλότερο από εκείνο άλλων χωρών της Ευρωζώνης, όπως, για παράδειγμα, της Ιταλίας κατά 13 μονάδες βάσης ή 0,13% ετησίως και της Γαλλίας κατά 17 μονάδες βάσης ή 0,17% ετησίως. Αυτό βοηθά τόσο το Ελληνικό Δημόσιο όσο και τις ελληνικές επιχειρήσεις να δανείζονται με χαμηλότερο κόστος έναντι των ανταγωνιστών τους, με προφανή θετικά αποτελέσματα για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.
cnn.gr