Βόσκηση, αυξημένο κόστος ζωοτροφών, αποζημιώσεις, εμβολιασμός και η επόμενη ημέρα για την κτηνοτροφία
Της Ελένης Κωστοπούλου
Εδώ και αρκετό καιρό, οι κτηνοτρόφοι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια δύσκολη κατάσταση εξαιτίας των μέτρων για την αντιμετώπιση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων. Οι περιορισμοί στις μετακινήσεις των ζώων, η ανάγκη αυστηρής τήρησης των μέτρων βιοασφάλειας και το αυξημένο κόστος λειτουργίας των μονάδων δημιουργούν μια σειρά από προβληματισμούς για την καθημερινότητα αλλά και για το μέλλον της κτηνοτροφίας.
Με αφορμή ερωτήματα που έχουν υποβληθεί από κτηνοτρόφους, η Υποδιεύθυνση Κτηνιατρικής Π.Ε. Καστοριάς έδωσε στις 21 Αυγούστου διευκρινίσεις σχετικά με τις απαγορεύσεις μετακίνησης των ζώων που βρίσκονται στις προβλεπόμενες απαγορευμένες ζώνες.
Όπως αναφέρει η Υπηρεσία, τα μέτρα που εφαρμόζονται καθορίζονται από τις ισχύουσες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από την επιδημιολογική κατάσταση μιας συγκεκριμένης περιοχής, αλλά λαμβάνουν υπόψη τη συνολική εικόνα της χώρας.
Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με την Κτηνιατρική Υπηρεσία, στο ισχύον πλαίσιο δεν είναι δυνατή η χορήγηση παρεκκλίσεων από τις απαγορεύσεις μετακίνησης των ζώων που βρίσκονται εντός των προβλεπόμενων ζωνών.
Η διευκρίνιση αυτή ξεκαθαρίζει το ισχύον πλαίσιο. Ωστόσο, για τους κτηνοτρόφους παραμένουν σημαντικά ερωτήματα σχετικά με τις οικονομικές και πρακτικές συνέπειες των περιορισμών.
Τι ισχύει με τη βόσκηση;
Ένα από τα ζητήματα που απασχολούν τους παραγωγούς είναι η δυνατότητα βόσκησης των ζώων και οι περιορισμοί που ισχύουν ανάλογα με τη ζώνη στην οποία βρίσκεται κάθε μονάδα.
Η ανάγκη για σαφή ενημέρωση είναι σημαντική, καθώς η δυνατότητα βόσκησης συνδέεται άμεσα με το κόστος διατροφής των ζώων.
Υπό κανονικές συνθήκες, ένα μέρος των αναγκών των αιγοπροβάτων καλύπτεται από τη βόσκηση. Όταν, όμως, τα ζώα παραμένουν περισσότερο χρόνο στις εγκαταστάσεις, οι ανάγκες σε αγοραζόμενες ζωοτροφές αυξάνονται.
Περισσότερες ζωοτροφές και μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση
Η επιβάρυνση δεν αφορά μόνο το καλαμπόκι. Οι κτηνοτρόφοι χρειάζεται να προμηθεύονται μεγαλύτερες ποσότητες από τριφύλλι, άχυρο και άλλες ζωοτροφές, οι οποίες υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα απαιτούνταν στον ίδιο βαθμό, καθώς τα ζώα θα είχαν τη δυνατότητα να βόσκουν.
Η διαφορά στην κατανάλωση μπορεί να είναι σημαντική. Ενδεικτικά, μια εκμετάλλευση που υπό κανονικές συνθήκες θα χρειαζόταν περίπου δύο τόνους καλαμπόκι για μια συγκεκριμένη περίοδο μπορεί, ανάλογα με το μέγεθος της μονάδας και τις συνθήκες, να χρειαστεί ακόμη και τέσσερις.
Παράλληλα, προστίθεται το κόστος για τριφύλλι, άχυρο και άλλες ζωοτροφές.
Πρόκειται για μια πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση που οι κτηνοτρόφοι ζητούν να ληφθεί υπόψη στο συνολικό πλαίσιο στήριξης.
Το ερώτημα είναι εάν οι υφιστάμενες αποζημιώσεις καλύπτουν και αυτή την πρόσθετη δαπάνη ή εάν απαιτείται ειδική πρόβλεψη για το αυξημένο κόστος διατροφής των ζώων.
Το ερώτημα του εμβολιασμού
Ένα ακόμη ζήτημα που επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο είναι ο εμβολιασμός.
Οι κτηνοτρόφοι θέλουν να γνωρίζουν γιατί δεν αποτελεί σήμερα επιλογή που εφαρμόζεται ευρύτερα ως εργαλείο αντιμετώπισης της νόσου και ποιοι είναι οι επιστημονικοί και κανονιστικοί λόγοι που καθορίζουν τη συγκεκριμένη στρατηγική.
Πρόκειται για ένα θέμα που χρειάζεται σαφή ενημέρωση, καθώς αφορά άμεσα τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η επιζωοτία και το ενδεχόμενο περιορισμού των απωλειών του ζωικού κεφαλαίου.
Τα ερωτήματα είναι συγκεκριμένα:
Υπάρχει δυνατότητα εμβολιασμού υπό το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο; Ποια θα ήταν τα οφέλη και ποιες οι συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής; Και υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να εφαρμοστεί;
Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους παραγωγούς, καθώς η αβεβαιότητα εντείνει τον προβληματισμό για το μέλλον.
Αποζημιώσεις για τα ζώα που θανατώνονται
Σημαντικό ζήτημα αποτελεί και το ύψος των αποζημιώσεων για τα ζώα που θανατώνονται στο πλαίσιο των μέτρων εκρίζωσης της νόσου.
Το ερώτημα που θέτουν οι κτηνοτρόφοι είναι κατά πόσο η αποζημίωση ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του ζώου που χάνεται.
Η αξία ενός ζώου δεν αφορά μόνο την τιμή αγοράς του. Ιδιαίτερα στην περίπτωση ζώων αναπαραγωγής ή υψηλής παραγωγικότητας, συνδέεται με την παραγωγική και αναπαραγωγική του δυνατότητα και με το κόστος και τον χρόνο που απαιτούνται για την αντικατάστασή του.
Για τον λόγο αυτό, οι παραγωγοί ζητούν να είναι σαφές με ποια κριτήρια υπολογίζεται η αποζημίωση και εάν αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματική οικονομική απώλεια που προκαλεί η απώλεια του ζωικού κεφαλαίου.
Η ζημιά δεν περιορίζεται στην αξία του ζώου
Η οικονομική επίπτωση μιας επιζωοτίας δεν σταματά στη θανάτωση ενός ζώου.
Υπάρχει η απώλεια της παραγωγής, η απώλεια εισοδήματος, η ανάγκη αντικατάστασης του ζωικού κεφαλαίου και τα αυξημένα λειτουργικά έξοδα.
Στην περίπτωση των περιορισμών που παρατείνονται στον χρόνο, προστίθεται και η αυξημένη δαπάνη για ζωοτροφές.
Έτσι, ένας παραγωγός μπορεί να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα περισσότερες από μία μορφές οικονομικής επιβάρυνσης.
Η πολιτεία έχει θεσπίσει αποζημιώσεις για θανατωμένα ζώα, αλλά και ξεχωριστό πλαίσιο για την απώλεια εισοδήματος. Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν το συνολικό ύψος της στήριξης ανταποκρίνεται στο σύνολο των πραγματικών απωλειών που υφίσταται μια κτηνοτροφική μονάδα.
Και τι θα γίνει την επόμενη ημέρα;
Ίσως το σημαντικότερο ερώτημα είναι τι θα γίνει όταν η επιδημιολογική κατάσταση βελτιωθεί και αρχίσει η άρση των περιορισμών.
Πώς θα μπορέσουν οι μονάδες να επιστρέψουν στην κανονικότητα;
Πώς θα αναπληρωθεί το ζωικό κεφάλαιο που χάθηκε;
Θα υπάρξει πρόσθετη στήριξη για την αγορά νέων ζώων;
Πώς θα αντιμετωπιστεί το εισόδημα που χάθηκε κατά τη διάρκεια των περιορισμών;
Και θα ληφθεί υπόψη το επιπλέον κόστος που δημιουργήθηκε από τις αυξημένες ανάγκες σε καλαμπόκι, τριφύλλι, άχυρο και άλλες ζωοτροφές;
Πρόκειται για ερωτήματα που αφορούν όχι μόνο την τρέχουσα διαχείριση της ευλογιάς, αλλά και τη δυνατότητα των κτηνοτροφικών μονάδων να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους μετά το τέλος της κρίσης.
Η ανάγκη για ένα συνολικό σχέδιο
Η Κτηνιατρική Υπηρεσία Π.Ε. Καστοριάς τονίζει ότι τα μέτρα έχουν ως στόχο τον περιορισμό της διασποράς της νόσου και τη σταθεροποίηση της επιδημιολογικής κατάστασης, ώστε να καταστεί δυνατή η ανάκαμψη της αιγοπροβατοτροφίας.
Η εφαρμογή των μέτρων βιοασφάλειας αποτελεί βασικό μέρος αυτής της προσπάθειας.
Παράλληλα, όμως, όσο η κατάσταση παραμένει σε εξέλιξη, οι κτηνοτρόφοι ζητούν σαφείς απαντήσεις για τις οικονομικές συνέπειες που αντιμετωπίζουν.
Πόσο θα διαρκέσουν οι περιορισμοί; Τι ισχύει για τη βόσκηση; Ποιος καλύπτει το πρόσθετο κόστος των ζωοτροφών; Πώς υπολογίζεται η αποζημίωση για τα ζώα που θανατώνονται; Καλύπτει την πραγματική αξία τους; Γιατί δεν εφαρμόζεται ο εμβολιασμός και ποιο είναι το σχέδιο για την επόμενη ημέρα;
Η αντιμετώπιση της ευλογιάς απαιτεί τη συνεργασία όλων και την τήρηση των μέτρων που έχουν θεσπιστεί. Ταυτόχρονα, η στήριξη των παραγωγών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ώστε, όταν περάσει η κρίση, να υπάρχει μια βιώσιμη κτηνοτροφία που θα μπορεί να επανέλθει στην παραγωγή.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο η αντιμετώπιση της νόσου σήμερα, αλλά και η διασφάλιση της επόμενης ημέρας για τους ανθρώπους και τις μονάδες που καλούνται να σηκώσουν το βάρος αυτής της κρίσης.