Λένε πως τα παραμύθια τελικά κρύβουν μεγάλες αλήθειες και αυτό που κάνουν στην πραγματικότητα είναι στο να μας βοηθούν να ονειρευόμαστε, να ελπίζουμε στην δεύτερη ευκαιρία.
Η ζωή δεν είναι πάντα μια ωραία μελωδία, γιατί κάποιες φορές οι στίχοι είναι λίγο μπερδεμένοι. Έτσι συνέβη με δύο νέα παδιά, τη Μαρία και τον Γιάννη. Δεν γνωρίζονταν. Η μοίρα όμως ήθελε πολύ να τους φέρει κοντά. Το σενάριο δεν ήταν ιδιαίτερα ρομαντικό, αλλά οι δυσκολίες στη ζωή μπορούν να γίνουν πηγή εξέλιξης για τους δυνατούς.
Τα δύο αυτά παιδιά μιλώντας στο tanea.gr ανοίγουν την καρδιά τους, κάνοντας μια βαθιά κατάθεση ψυχής, επιθυμώντας με αυτό τον τρόπο να περάσουν ένα πολύ δυνατό μήνυμα για τη ζωή, αλλά και τη δύναμη που κρύβει ο καθένας μέσα του.
Η Μαρία ήταν μόλις 25 χρονών και διαγνώστηκε με λέμφωμα στον θώρακα. Πόνοι καθημερινοί και πολλά συμπτώματα, αλλά η διάγνωση άργησε να έρθει. Κανείς δεν περίμενε πως το χαμογελαστό αυτό κορίτσι θα έπρεπε να αντιμετωπίσει την σκληρή αλήθεια για την υγεία της.

«Εγώ όταν ήμουν 25 χρονών, είχα αρχίσει να έχω κάποια συμπτώματα, κάποιους πόνους. Δεν μπορούσαν να μου βρουν τι έχω και όλο αυτό προχώρησε πάρα πολύ, ραγδαία, με αποτέλεσμα να διαγνωστώ με λέμφωμα Hodgkin στον θώρακα. Όταν αντιλήφθηκαν οι γιατροί τι έχω, με πήραν αμέσως, επειδή υπήρχε κίνδυνος να πάθω ανακοπή, και με κράτησαν στο νοσοκομείο για να αρχίσω τις χημειοθεραπείες. Έκανα στο σύνολο 30 χημειοθεραπείες. Aφού δεν είχαν αποτέλεσμα όλα αυτά, μου πρότειναν μια καινούρια θεραπεία που είχε έρθει τότε στην Ελλάδα, αυτόλογη μεταμόσχευση λέγεται. Θα παίρνανε δηλαδή από τον οργανισμό μου κάποια κύτταρα και θα μου τα ξαναβάζανε στον οργανισμό μου για να με θεραπεύσουν. Στις 14 Φεβρουαρίου λοιπόν, σημαδιακή ημερομηνία, πήγα να μου μιλήσουν για τη θεραπεία αυτή και εκεί γνώρισα τον Γιάννη, εκεί τον είδα για πρώτη φορά. Από την πρώτη στιγμή που τον είδα ένιωσα κάτι δυνατό, κόλλησα. Ήταν η μέρα που ο Γιάννης θα έκανε τη δική του μεταμόσχευση. Μετά την μεταμόσχευση, χρειάστηκε να μείνουμε σε κάτι ενοικιαζόμενα δωμάτια απέναντι από το νοσοκομείο. Εκεί λοιπόν μέναμε σε διπλανά δωμάτια και έτσι γνωριστήκαμε καλύτερα. Αρχίσαμε να περπατάμε μαζί στην περιοχή, να μιλάμε συχνά και να κάνουμε παρέα, με αποτέλεσμα να έρθουμε πιο κοντά» περιγράφει η Μαρία αρκετά συγκινημένη για εκείνες τις στιγμές.

«Δεν πήγαιναν όλα πολύ καλά, υπήρχαν και ανατροπές. Από τη μια στιγμή στην άλλη κάτι πήγε στραβά με τη δική του μεταμόσχευση και έπρεπε να μπει ξανά στο νοσοκομείο. Εγώ προσπαθούσα να του κάνω παρέα, να τον εμψυχώσω, γιατί δεν πήγαιναν καθόλου καλά τα πράγματα και οι γιατροί του είχαν πει πως μόνο ο Θεός μπορεί να τον σώσει, ήταν πολύ κρίσιμη η κατάστασή του. Εγώ ποτέ δεν σκέφτηκα κάτι αρνητικό και τότε κατάλαβα πως δεν τον βλέπω μόνο φιλικά. Ίσως επειδή περνούσαμε τα ίδια πράγματα, μπορούσαμε να καταλάβουμε ακριβώς ο ένας τον άλλον, αλλά και σίγουρα μου άρεσε. Από την αρχή είχα σκεφτεί πως με τον Γιάννη θα μπορούσα να φτάσω μέχρι και στον γάμο. Εγώ το βλέπω σαν δώρο πραγματικά. Αν ήξερα ότι είναι ο μόνος τρόπος να τον γνωρίσω, θα ήθελα να τα ξαναπεράσω όλα».
Πέσε εφτά φορές και σήκω οκτώ, γιατί η ζωή ειναι εκεί έξω και σε περιμένει να τη γευτείς, να τη χαρείς. Μαγεία είναι να πιστέψεις πως μπορείς να τα καταφέρεις. Άλλες φορές πρέπει να τον βρούμε τον δρόμο και άλλες να τον φτιάξουμε εμείς.
«Ευτυχώς ξεπεράσαμε και εκείνη τη μάχη, ο Γιάννης τα είχε καταφέρει. Το πρώτο πράγμα που έκανε, όταν βγήκε από το νοσοκομείο, ήταν να έρθει να με δει. Από εκείνη τη μέρα αποφασίσαμε πως θα είμαστε μαζί. Μετά από κάποιο διάστημα, αφού πήγαιναν όλα καλύτερα, μείναμε μαζί. Την Πρωτοχρονιά είχαμε πει πως θα κάνουμε ανταλλαγή δώρων και μου έδωσε μονόπετρο. Δεν περίμενα να μου κάνει πρόταση γάμου εκείνη τη στιγμή. Ωστόσο, μετά από λίγο καιρό, κάναμε υποτροπή και οι δύο και ξαναμπήκαμε στο νοσοκονμείο για μεταμόσχευση και είχαμε παγώσει για λίγο τις διαδικασίες του γάμου. Όταν ξαναγίναμε καλά, βάλαμε στα σχέδια τον γάμο και τελικά παντρευτήκαμε το 2024. Δεν σκέφτηκα ποτέ πως θα πάθει ένας από τους δύο κάτι και δεν θα γίνει ο γάμος μας».

Από τη μεριά του ο 33χρονος Γιάννης αναγνωρίζει πως όλος αυτός ο εφιάλτης με τη δοκιμασία του καρκίνου του άνοιξε το πιο το πιο σημαντικό κεφάλαιο στη ζωή του, την Μαρία. Άλλωστε η πραγματική ζωή αρχίζει εκεί που σταματά η βολεμένη καθημερινότητα.

«Εμένα με εντυπωσίασε η Μαρία από την πρώτη ματιά. Βέβαια δεν μπορούσα να διακρίνω καλά το πρόσωπό της, γιατί φορούσαμε μάσκες. Όσο περνούσε ο καιρός και την έβλεπα, με γοήτευσε σαν άνθρωπος. Έβλεπα πόσο αληθινή είναι, πάντα με το χαμόγελο, πολύ δυνατή. Η Μαρία είναι πολύ πιο δυνατή από μένα και με στήριξε πάρα πολύ, ήταν πολύ στοργική μαζί μου. Όταν πήγαινα εγώ να κάνω μια θεραπεία στο νοσοκομείο, η Μαρία καθόταν στο κρεβάτι μαζί μου, να με σκεπάσει, να με περιμένει και σιγά σιγά γιατροί και νοσηλευτές είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν ότι κάτι υπήρχε ανάμεσά μας. Είμαστε το δεύτερο ζευγάρι στη μονάδα που γνωριστήκαμε εκεί και παντρευτήκαμε. Αν γυρνούσα τον χρόνο πίσω να κοιτάξω, έχω να πω πως, πέρα από το ότι ήταν μια δύσκολη στιγμή στη ζωή μου, πλέον το βλέπω σαν ένα όνειρο. Ένα όνειρο κακό που πέρασε, βγήκε κάτι καλό από όλο αυτό. Την ημέρα που περίμενα τη Μαρία στην εκκλησία, αλλά και την στιγμή που κατέβηκε από το αυτοκίνητο, ένιωσα σα να βγαίνει από ένα παραμύθι όλο αυτό. Εγώ εκείνη την ώρα, έβλεπα την Σταχτοπούτα που κατέβαινε από την άμαξα».